Μονόλογος

(Για την ενότητα του νοήματος, παρατίθεται στο τέλος ενιαίο το ποιητικό κείμενο.)

 

Πάνω στο φύλλωμα των ρόδων ξαποσταίνει ο μικρόκοσμος.
Μια μέλισσα, της γλύκας η αφέντρα, ρουφάει όση άνοιξη απέμεινε.

Σώνεται η άνοιξη;

Μια σταγόνα, βροχής ληγμένης,
διχάζει τους ικανούς.
«Είναι φακός μεγεθυντικός»
λέει ο ένας
«βλέπεις τις φλέβες του φυτού»
«Είναι η τελευταία ρωγμή του παραμυθιού »
λέει ο άλλος
«βλέπεις τα χρώματα της Ίριδας».

Σε ποιον κόσμο υπάρχω από τους δύο;

Στην κορφή εκείνη λιώνει το χιόνι της χρονιάς,
για να δώσει ξανά ζωή σε ό, τι κυλάει.
Αυτοθυσία φυσική.
Αυτοθυσία ζωοποιός.

Που θυσιάζομαι;
Που μπορώ να θυσιαστώ;

Απροσδιοριστία γεωγραφική όλη αυτή,
μα μέσα μου φαντάζει ένα.
Σαν τα σύνορα να υπάρχουν,
για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε.

Συνεννοούμαστε;

Μυρίζει η σιωπή καφέ και άνθη.
Μιαν άχνα, πες μου,
από μια λέξη να ξεκινήσω τη μέρα.
Όχι όλη τη λέξη.
Την ατμόσφαιρά της δως ΄μου.
Απλά, λοιπόν, ανάπνευσε,
με το ρυθμό που την καταλαβαίνεις.
Το θέατρο σκιών
στο μπαλκόνι
παίζει
με τις κλωστές της μελαγχολίας.

Βλέπω μονάχα την αμυδρή εντύπωση του κόσμου.
Ο κόσμος μόνος του πως είναι;

Τα πλυμένα μας μυρίζουνε λεβάντα.
Ακίνητη παρέλαση από μανταλάκια.
Ενιαία παράταξη – ανεπιθύμητη σχεδόν.
Το διαφορετικό τους χρώμα μόνο πια
διακρίνει τις ατομικές επιλογές τους.

Λε…

Μιαν άχνα δως μου.
Μια λέξη να πω γι΄ αυτή την εξορία.

Λε…

worldsattic_monologos (16)

 

Βάλσαμο οι νότες σου.
Γράμματα που τρελάθηκαν και γίνονται τραγούδι.
Τραγούδα για μας, που έχουμε εξορία όλον τον κόσμο.

Λε-μο…


Όταν γράφεις τη ζωή σου, γράφεις και για ΄μενα.
Κι όταν κομπιάζεις, είμαι εγώ που σταμάτησα να σε νιώθω.
Κι όταν κομπιάζω, είσαι εσύ που ξέχασες.

Λε-μό-νι.
Κίτρινο.
Τραχύ.

Πάνω του η πρωτότυπη μυρωδιά της ανατριχίλας.
Κρατήρες πόροι που μουδιάζουν τα μηνίγγια.
Κίτρινο που ορίζει την έννοια του κίτρινου.
Αυτοκαθορισμός λατρεμένου ως θεό ποιητή.

Ξύλινο το σώμα μου.
Ά-πορο.
Πώς να κουβαλήσω την ευθύνη του κόσμου;

Είμαι μονάχα ό, τι ζητώ στον χρόνο τον ελεύθερο.


Είμαι ό, τι απομένει απ΄το κομμένο ρεύμα.


Είμαι το ζητούμενο, που δεν υπάρχει στα «ανοιχτά μου δεδομένα».


Πώς να κουβαλήσω την ευθύνη σου φως μου;

 

Ιεροτελεστία φτηνής παρηγοριάς το πάπλωμα.
Σκεπάζομαι και μένει γυμνή η Μάγδα.

Μάνα που το αγέραστο παιδί σου σκοτώθηκε από φασίστα μαχαιριά,
πες μου τι να κάνω να γίνω ο πόνος σου, να μην αρκούμαι

στων συμβόλων τον ντροπιαστικό χορό
άφησα την ελπίδα μου.

Λεπίδα.
Η σφαγή των Μυρίων σε ημισκότεινα διαμερίσματα.
Ψυχές που μιλάνε τον Νόμο του στομαχιού
και οχυρώνονται φοβισμένες
πίσω από θεσπισμένα ατομικά δικαιώματα.
Κι όταν αυτά χαθούν,
πιάνονται από τη χορτασιά τους
και κοιμούνται.
Που να ζήσω;

Το σώμα μου μιλά.
Άλλη γλώσσα από εκείνη του Μέγα Διεκπεραιωτή.
«Μέτρα τον κόσμο με τα ρίσκα μου».

Το βήμα με της βαρύτητας την έλλειψη
θυμίζει επίτευγμα.
Κι εγώ που νιώθω άνομο φτέρωμα σε ράχη αηδονιού,
δίνω στο βήμα μου τη μεγαλοσύνη του.
Στον χορό την ανθρωπιά του.

Άνθρωπος – το καρεκλοειδές.
Πώς να σπάσω τον Νόμο;

Σπάσε ο ίδιος.

 

Σπάσε να μπορώ να σε καταλάβω.
Δεν αντέχω να βλέπω παντού παντοδύναμους.
Αγάπησα πιο πολύ τη Μάνα και τον Πατέρα,
όταν τους είδα να λυγίζουν.

Η στιγμή δεν ήρθε ακόμα.

Η στιγμή χάθηκε.

Δεν κατάλαβα.
Ο χρόνος είναι πάντα για ΄μενα καιρός.
Πρέπει να είναι κατάλληλος.

Στα μάτια της καθρεφτίζεται η φύση του.
Ροή όλβια που εκβάλλει κι όλο έρχεται.
Νοσταλγία μέλλοντος, προσχέδια παρελθόντος.
Αστραπή.
Ο χρόνος είναι διάσταση.
Πρέπει να είναι τρόπος.


Πού είμαι;

Σπίτι.
Διαστημόπλοιο αποκομμένο από την απεραντοσύνη
του σύμπαντος.
Ο καθείς όπως μπορεί και μ΄ όσους διάλεξε.

Οι άλλοι;
Όταν μάχεται κάποιος και νικά, κι είναι η Νίκη του
σαν τη στιγμή του Οδυσσέα
που δεν του αρκεί η Ιθάκη,
είμαι αυτός.
Τον ερωτεύομαι.

Ερωτεύομαι την απροσδιοριστία δυο χεριών
που ψάχνουν τον τρόπο της αφής,
δυο χαμόγελα που δεν ξέρουν
που να πατήσουν,
τον αγωνιστή του κάθε – μέρα,
που απαγορεύει
στα στρατιωτάκια βάσανά του
να κυριεύσουν
το χαμόγελό
σου.

Όταν ο αγώνας έχει την αίγλη της βαθύριζης Λεύκας
του ορίζοντα,
που στέκεται αιώνες μεταξύ ουρανού και θάλασσας,
σημαίνει πως δίνεται μάχη
άτοπη και άχρονη
–σε κελιά, σε καράβια, σε χρόνια, σε στιγμές-
να σμίξουν οι δυο απεραντοσύνες.

Αμήν.

Αμήν.

Κάποιοι ύστερα θα πουν πως «ήταν τυχερός».


Μα εγώ το σπίτι μου το έχω ορμητήριο
για την ουτοπία σου
που σε κάνει να γελάς στη μάχη,
για το πείσμα σου
να ράβεις τα σκισμένα,
για τον αγώνα σου
να μεταφράσεις τρικυμίες.
Έτσι το σπίτι μου είναι πρόναος θαυμάτων.

 

Κάποιοι θα πουν πως «ήταν ικανός».
Πως κέρδισε στη γέννηση τον πλούτο των πουλιών.

 

Μα δε θα ξέρουν πως πόνεσα τα απομεσήμερα.
Που εμφανίζονται πορτοκαλιές οι εναλλακτικές του κόσμου.

Που παίρνουν τα καθημερινά χρώματα χίλια.

Το μισάνοιχτα γυαλιά μου θυμίζουν εκείνα της γιαγιάς,
που τ΄ άφησε για λίγο, να ζυμώσει.

«Θα με αφήσεις να ζυμώσω κι εγώ;»


Και μ΄ άφηνε.
Έτσι έμαθα να παιδεύομαι για τη νοστιμιά.
Να ζυμώνω φόβους με χαρές,
τον Οίστρο με τον θάνατο,
λογιών λόγια με τη μαγιά των βιωμένων
Κι έτσι ο μικρός ουρανός

Ο ουρανίσκος!

ήταν η αρχή μου.

Νυχτώνει.
Μπορώ να χορέψω πάνω στο πέπλο των αστεριών.

Φτάνει να μην υποσχεθώ το «πάντα».
Όσα νιώθω
άλλοτε σύρμα τιτάνιο
που βαστάει πλανήτες στην τροχιά τους,
άλλοτε
μια τρίχα που χαϊδεύει την πάχνη του φτερού
μιας πεταλούδας.
Τη μηχανή του «ίσως» δουλεύω από μικρός.

Ο κόσμος γέρνει. Γκρεμίζεται.
Κι αυτοί ζητάν τα νοίκια.
Πώς να υπερασπίσω τα πάτρια εντός μου;

Α…Β…Γ…

Γέρνω, γκρεμίζομαι κι εγώ.
Οι χάρτες μου μαύρες φτερούγες τις φωτιάς.
Ποια είναι τα πάτρια εντός μου;

Δ…Ε…Ζ…

Λένε πως ζω.
Τι λέω εγώ ως «ζωή»;
Μιαν άκρη να πιαστώ.

Η…Θ…Ι…

Οι άλλοι.
Είναι μια λύση.
Που πήγαν;
Κανείς γιατί αποκρίνεται;
Πώς χωρίς αυτούς;

Κ…Λ…Μ…

Πιστεύω πως…
Νομίζω πως…
Θέλω να είναι…
Αισθάνομαι πως…
Προαισθάνομαι…
Μη μου αφήνεις τη σιωπή.
Πες κάτι!

Ν…Ξ…Ο

Κάτι να πιαστώ. Κάτι να πιστέψω.
Δεν έχω.

Π…Ρ…Σ…

Δεν έχω.
Που είναι τα σύνορα να βρω.

Τ…Υ…Φ…

Χάθηκαν τα σύνορα.
Η ελευθερία χωράει σ’ ένα κελί;
Το σώμα καταλαβαίνει από ήθος;
Εσύ είσαι όλοι;

Χ…Ψ…

Πέφτω από τα ρόδα σαν το χιόνι,
κυλάω,
εκβάλλω στο απέραντο,
φτάνω στο φύλλωμα της λεύκας,
θρέφω.
Ακροβατώ.
Στερεύω.
Εξανεμίζμαι.
Ανεμίζω.
Δεν πιάνομαι.
Φτάνω την άκρη μου στην άβυσσο.
Γίνομαι βροχή.

Η Αγάπη Αγώνας.
Τα χρώματα της Ίριδας καθρεφτίζω.
Ο Αγώνας Έρωτας.
Οι φλέβες της πλάσης πάλλονται εντός μου.

Ω.

 

Μ Ο Ν Ο Λ Ο Γ Ο Σ :

Πάνω στο φύλλωμα των ρόδων ξαποσταίνει ο μικρόκοσμος.
Μια μέλισσα, της γλύκας η αφέντρα, ρουφάει όση άνοιξη απέμεινε.

Σώνεται η άνοιξη;

Μια σταγόνα, βροχής ληγμένης,
διχάζει τους ικανούς.
«Είναι φακός μεγεθυντικός»
λέει ο ένας
«βλέπεις τις φλέβες του φυτού».
«Είναι η τελευταία ρωγμή του παραμυθιού »
λέει ο άλλος
«βλέπεις τα χρώματα της Ίριδας».

Σε ποιον κόσμο υπάρχω από τους δύο;

Στην κορφή εκείνη λιώνει το χιόνι της χρονιάς,
για να δώσει ξανά ζωή σε ό, τι κυλάει.
Αυτοθυσία φυσική.
Αυτοθυσία ζωοποιός.

Που θυσιάζομαι;
Που μπορώ να θυσιαστώ;

Απροσδιοριστία γεωγραφική όλη αυτή,
μα μέσα μου φαντάζει ένα.
Σαν τα σύνορα να υπάρχουν,
για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε.

Συνεννοούμαστε;

Μυρίζει η σιωπή καφέ και άνθη.
Μιαν άχνα, πες μου,
από μια λέξη να ξεκινήσω τη μέρα.
Όχι όλη τη λέξη.
Την ατμόσφαιρά της δως ΄μου.
Απλά, λοιπόν, ανάπνευσε,
με το ρυθμό που την καταλαβαίνεις.
Το θέατρο σκιών
στο μπαλκόνι
παίζει
με τις κλωστές της μελαγχολίας.

Βλέπω μονάχα την αμυδρή εντύπωση του κόσμου.
Ο κόσμος μόνος του πως είναι;

Τα πλυμένα μας μυρίζουνε λεβάντα.
Ακίνητη παρέλαση από μανταλάκια.
Ενιαία παράταξη – ανεπιθύμητη σχεδόν.
Το διαφορετικό τους χρώμα μόνο πια
διακρίνει τις ατομικές επιλογές τους.

Λε…

Μιαν άχνα δως μου.
Μια λέξη να πω γι΄ αυτή την εξορία.

Λε…

Βάλσαμο οι νότες σου.
Γράμματα που τρελάθηκαν και γίνονται τραγούδι.
Τραγούδα για μας, που έχουμε εξορία όλον τον κόσμο.

Λε-μο…

Όταν γράφεις τη ζωή σου, γράφεις και για ΄μενα.
Κι όταν κομπιάζεις, είμαι εγώ που σταμάτησα να σε νιώθω.
Κι όταν κομπιάζω, είσαι εσύ που ξέχασες.

Λε-μό-νι.
Κίτρινο.
Τραχύ.

Πάνω του η πρωτότυπη μυρωδιά της ανατριχίλας.
Κρατήρες πόροι που μουδιάζουν τα μηνίγγια.
Κίτρινο που ορίζει την έννοια του κίτρινου.
Αυτοκαθορισμός λατρεμένου ως θεό ποιητή.

Ξύλινο το σώμα μου.
Ά-πορο.
Πώς να κουβαλήσω την ευθύνη του κόσμου;

Είμαι μονάχα ό, τι ζητώ στον χρόνο τον ελεύθερο.
Είμαι ό, τι απομένει απ΄το κομμένο ρεύμα.
Είμαι το ζητούμενο, που δεν υπάρχει στα «ανοιχτά μου δεδομένα».
Πώς να κουβαλήσω την ευθύνη σου φως μου;

Ιεροτελεστία φτηνής παρηγοριάς το πάπλωμα.
Σκεπάζομαι και μένει γυμνή η Μάγδα.

Μάνα που το αγέραστο παιδί σου σκοτώθηκε από φασίστα μαχαιριά,
πες μου τι να κάνω να γίνω ο πόνος σου, να μην αρκούμαι

στων συμβόλων τον ντροπιαστικό χορό
άφησα την ελπίδα μου.

Λεπίδα.
Η σφαγή των Μυρίων σε ημισκότεινα διαμερίσματα.
Ψυχές που μιλάνε τον Νόμο του στομαχιού
και οχυρώνονται φοβισμένες
πίσω από θεσπισμένα ατομικά δικαιώματα.
Κι όταν αυτά χαθούν,
πιάνονται από τη χορτασιά τους
και κοιμούνται.
Που να ζήσω;

Το σώμα μου μιλά.
Άλλη γλώσσα από εκείνη του Μέγα Διεκπεραιωτή.
«Μέτρα τον κόσμο με τα ρίσκα μου».

 

Το βήμα με της βαρύτητας την έλλειψη
θυμίζει επίτευγμα.
Κι εγώ που νιώθω άνομο φτέρωμα σε ράχη αηδονιού,
δίνω στο βήμα μου τη μεγαλοσύνη του.
Στον χορό την ανθρωπιά του.

Άνθρωπος – το καρεκλοειδές.
Πώς να σπάσω τον Νόμο;

Σπάσε ο ίδιος.

Σπάσε να μπορώ να σε καταλάβω.
Δεν αντέχω να βλέπω παντού παντοδύναμους.
Αγάπησα πιο πολύ τη Μάνα και τον Πατέρα,
όταν τους είδα να λυγίζουν.

Η στιγμή δεν ήρθε ακόμα.

Η στιγμή χάθηκε.

Δεν κατάλαβα.
Ο χρόνος είναι πάντα για ΄μενα καιρός.
Πρέπει να είναι κατάλληλος.

 

Στα μάτια της καθρεφτίζεται η φύση του.
Ροή όλβια που εκβάλλει κι όλο έρχεται.
Νοσταλγία μέλλοντος, προσχέδια παρελθόντος.

Αστραπή.
Ο χρόνος είναι διάσταση.
Πρέπει να είναι τρόπος.

Πού είμαι;

Σπίτι.
Διαστημόπλοιο αποκομμένο από την απεραντοσύνη
του σύμπαντος.
Ο καθείς όπως μπορεί και μ΄ όσους διάλεξε.

Οι άλλοι;
Όταν μάχεται κάποιος και νικά,
κι είναι η Νίκη του
σαν τη στιγμή του Οδυσσέα
που δεν του αρκεί η Ιθάκη,
είμαι αυτός.
Τον ερωτεύομαι.

Ερωτεύομαι την απροσδιοριστία δυο χεριών
που ψάχνουν τον τρόπο της αφής,
δυο χαμόγελα που δεν ξέρουν
που να πατήσουν,
τον αγωνιστή του κάθε – μέρα,
που απαγορεύει
στα στρατιωτάκια βάσανά του
να κυριεύσουν
το χαμόγελό
σου.

Όταν ο αγώνας έχει την αίγλη της βαθύριζης Λεύκας
του ορίζοντα,
που στέκεται αιώνες μεταξύ ουρανού και θάλασσας,
σημαίνει πως δίνεται μάχη
άτοπη και άχρονη
–σε κελιά, σε καράβια, σε χρόνια, σε στιγμές-
να σμίξουν οι δυο απεραντοσύνες.

Αμήν.

Αμήν.

Κάποιοι ύστερα θα πουν πως «ήταν τυχερός».

Μα εγώ το σπίτι μου το έχω ορμητήριο
για την ουτοπία σου
που σε κάνει να γελάς στη μάχη,
για το πείσμα σου
να ράβεις τα σκισμένα,
για τον αγώνα σου
να μεταφράσεις τρικυμίες.
Έτσι το σπίτι μου είναι πρόναος θαυμάτων.

Κάποιοι θα πουν πως «ήταν ικανός».
Πως κέρδισε στη γέννηση τον πλούτο των πουλιών.

 

Μα δε θα ξέρουν πως πόνεσα τα απομεσήμερα.
Που εμφανίζονται πορτοκαλιές οι εναλλακτικές του κόσμου.

Που παίρνουν τα καθημερινά χρώματα χίλια.

Το μισάνοιχτα γυαλιά μου θυμίζουν εκείνα της γιαγιάς,
που τ΄ άφησε για λίγο, να ζυμώσει.

«Θα με αφήσεις να ζυμώσω κι εγώ;»

Και μ΄ άφηνε.
Έτσι έμαθα να παιδεύομαι για τη νοστιμιά.
Να ζυμώνω φόβους με χαρές,
τον Οίστρο με τον θάνατο,
λογιών λόγια με τη μαγιά των βιωμένων
Κι έτσι ο μικρός ουρανός

Ο ουρανίσκος!

ήταν η αρχή μου.

Νυχτώνει.
Μπορώ να χορέψω πάνω στο πέπλο των αστεριών.

Φτάνει να μην υποσχεθώ το «πάντα».
Όσα νιώθω
άλλοτε σύρμα τιτάνιο
που βαστάει πλανήτες στην τροχιά τους,
άλλοτε
μια τρίχα που χαϊδεύει την πάχνη του φτερού
μιας πεταλούδας.
Τη μηχανή του «ίσως» δουλεύω από μικρός.

Ο κόσμος γέρνει. Γκρεμίζεται.
Κι αυτοί ζητάν τα νοίκια.
Πώς να υπερασπίσω τα πάτρια εντός μου;

Α…Β…Γ…

Γέρνω, γκρεμίζομαι κι εγώ.
Οι χάρτες μου μαύρες φτερούγες τις φωτιάς.
Ποια είναι τα πάτρια εντός μου;

Δ…Ε…Ζ…

Λένε πως ζω.
Τι λέω εγώ ως «ζωή»;
Μιαν άκρη να πιαστώ.

Η…Θ…Ι…

Οι άλλοι.
Είναι μια λύση.
Που πήγαν;
Κανείς γιατί αποκρίνεται;
Πώς χωρίς αυτούς;

Κ…Λ…Μ…

Πιστεύω πως…
Νομίζω πως…
Θέλω να είναι…
Αισθάνομαι πως…
Προαισθάνομαι…
Μη μου αφήνεις τη σιωπή.
Πες κάτι!

Ν…Ξ…Ο

Κάτι να πιαστώ. Κάτι να πιστέψω.
Δεν έχω.

Π…Ρ…Σ…

Δεν έχω.
Που είναι τα σύνορα να βρω.

Τ…Υ…Φ…

Χάθηκαν τα σύνορα.
Η ελευθερία χωράει σ’ ένα κελί;
Το σώμα καταλαβαίνει από ήθος;
Εσύ είσαι όλοι;

Χ…Ψ…

Πέφτω από τα ρόδα σαν το χιόνι,
κυλάω,
εκβάλλω στο απέραντο,
φτάνω στο φύλλωμα της λεύκας,
θρέφω.
Ακροβατώ.
Στερεύω.
Εξανεμίζμαι.
Ανεμίζω.
Δεν πιάνομαι.
Φτάνω την άκρη μου στην άβυσσο.
Γίνομαι βροχή.

Η Αγάπη Αγώνας.
Τα χρώματα της Ίριδας καθρεφτίζω.
Ο Αγώνας Έρωτας.
Οι φλέβες της πλάσης πάλλονται εντός μου.

Ω.

Μάρτης 2020

 

*Θερμά ευχαριστώ και από εδώ όλους τους αγαπημένους εκείνους που μου δώρισαν, όταν τους ζήτησα, αυτές τις εικόνες από την (κάπως διαταραγμένη) καθημερινότητα τους.
Οι αράδες αυτές γράφονται τις δύσκολες μέρες που η ανθρωπότητα δοκιμάζεται από τον ιό covid-19.
Είθε να ξεφεύγουν από το επίκαιρο.

Ως οφείλει καθετί και ο καθείς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑