Το δαχτυλίδι

Ετούτο το δαχτυλίδι…

    -το βρήκαν στο δρόμο πεταμένο  δυο παιδιά. Δεν ήξεραν ποιο χέρι κοσμούσε μέχρι τότε. Πού να το δώσουν; Το πήρε ένα και το άφησε άτσαλα στο συρτάρι του παιδικού του γραφείου. Μεγάλωσε κι όταν ήρθε η στιγμή να φύγει από το πατρικό του σπίτι το ανακάλυψε. Θυμήθηκε εκείνο το απόγευμα που το είχαν βρει. Θα το έπαιρνε μαζί του, στη καινούρια του ζωή; 

-το έφτιαξε ένα τεχνίτης στο υπόγειό του την ώρα που το Παρίσι του ΄30 κοιμόταν. Το κερί φωτοβολούσε στο δωμάτιο που ήταν γεμάτο από μικρά καλλιτεχνικά θαύματα. Πόσοι τα χάζευαν όταν έμπαιναν να παραγγείλουν κάτι για το σπίτι τους; Μα εκείνος είχε μεράκι για τα δαχτυλίδια. Όσα είχε φτιάξει ήταν για το χέρι της. Θα περνούσε άραγε αύριο πριν τα καθημερινά της ψώνια;

-ήταν ενός στρατιώτη μισθοφόρου. Δεν ήταν ακριβώς δικό του. Ήταν της αγαπημένης του. Το είχε κάθε φορά με αλυσίδα κρεμασμένο στο λαιμό του όσο πολεμούσε στο Βιετνάμ. Ένα βράδυ αναλογίστηκε τον παραλογισμό. Είδε τα πολύχρωμα αερόστατα, τον ουρανό και τα χρώματα πάνω στο δαχτυλίδι…Πικράθηκε. Ύστερα από δυο μέρες τον σκότωσαν.

-το φορούσε εκείνη, όταν συνειδητοποίησε πως όσα είχε κάνει στη ζωή της ήταν εκτός του εαυτού της. Όλη της η ζωή ήταν μια προσπάθεια να πετύχει, να γίνει γνωστή, να φτιάξει φήμη, αλλά και μια προσπάθεια λήθης. Μα «της λησμονιάς το γιατρικό» δε βρήκε. Μα ούτε και το μέσα χαμόγελο. Γύρισε και έριξε μια ματιά στη κόρη της, που διάβαζε για το σχολείο. Πώς να την έκανε να ζήσει αληθινά; 

-είχε κάποτε μαγικές ιδιότητες. Έδειχνε την αγαπημένη στιγμή εκείνου που το φορούσε. Ήταν περιζήτητο, γιατί όλοι ήθελαν να ξέρουν ποια ήταν η πιο καλή τους στιγμή. Έτσι θα ήξεραν με τι υλικά να χτίσουν τις επόμενες. Εκείνος τόσο εγωιστής!Όταν το φόρεσε είδε εκείνη από την οποία αγαπήθηκε κι αγάπησε, μα ήταν πια πεθαμένη. Προσπάθησε να τη σβήσει. Μερόνυχτα προσπαθούσε. Κάτι κατάφερε. Τον βρήκαν κρεμασμένο, γιατί κατάλαβε πως η ζωή προχωρά και δεν βαστά η μνήμη το παρόν. Εκείνος ήθελε το «για πάντα».

-ήταν δώρο γενεθλίων των φίλων της. Ήταν μια βραδιά ενός Αυγούστου. Γυρνούσαν από διακοπές κι ήταν στο κατάστρωμα εξαντλημένοι από τα απανωτά ξενύχτια. Μα το αλατισμένο αεράκι που φυσούσε, ο έναστρος ουρανός και το κέφι των τουριστών στο κατάστρωμα τους έδωσε την ιδέα να της κάνουν εκεί το πάρτι έκπληξη για τα γενέθλιά της που ήταν σε δύο μέρες. Το δώρο το είχαν. Αφού έσβησαν αναπτήρες πάνω σε κάτι κρουασάν του κυλικείου, τραγούδησαν, έπαιξαν κι ύστερα τους πήρε ο ύπνος. 

-ήταν κάποτε δώρο γενεθλίων της. Είχε πια γεράσει και θυμόταν ακόμα εκείνο το πάρτι έκπληξη στο κατάστρωμα. Γύρισε και κοίταξε την εγγονή της, που ετοίμαζε ταξίδι διακοπών. Της έκανε νόημα να έρθει κοντά της. 

«Μικρή μου, ετοιμάζεσαι;

-Ναι, γιαγιά. Φεύγουμε αύριο το πρωί στις εφτά.» είπε η εγγονή και σάστισε που είδε τη γιαγιά της να δακρύζει. 

«Μα γιατί δακρύζει» σκέφτηκε. 

Η γιαγιά τη πήρε κοντά της και έτεινε το δαχτυλίδι :

«Πάρ ΄το. Εμένα δε μου χρειάζεται άλλο. Ήταν δώρο μιας τρελής νύχτας, αλλά κυρίως αγαπημένων μου ανθρώπων. Κάποιοι έφυγαν, κάποιοι ξέχασαν, κι άλλοι ευτυχώς κρατήθηκαν στο πέρασμα. Φτιάξε τη δική σου ιστορία με αυτό το δαχτυλίδι. Σβήσε τη δική μου, γιατί κι εγώ θα σβήσω. Κανενός μας η ιστορία δε μένει, μα όλοι θέλουμε να αφήσουμε κάτι πίσω μας. Εγώ σου αφήνω αυτό…και μια συμβουλή..:

Φτιάξε παραμύθια, πίστεψέ τα, αφέσου στη μαγεία τους…Μα όλα να έχουν ένα νόημα…Να σε φέρουν πιο κοντά σε αυτό που είσαι».

 

Υ.Γ.: Πόση δόση παραμύθι να βάλω στους -ισμούς μου;
Τόσες εκδοχές να με ταλανίζουν για ένα και μόνο πράγμα!
Τι ομορφιά!
Λυπήσου με…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑