Στον Οδυσσέα Ιωάννου

στις

«ΙΑΝΟΣ» και ώρα απογευματινή.

 9 Φλεβάρη 2016.

Είμαστε εδώ για τη παρουσίαση του βιβλίου του Οδυσσέα Ιωάννου («Το νερό να γίνεις»). Όχι δε μας ξέρει. Έμεις, όμως, τον ξέρουμε και τον ακούμε μέσα από τις πολλές φωνές του πίσω από τα ποικίλου είδους μικρόφωνα.

Καταφθάνει πρώτος με τη μικρή του κόρη…»Ρε, πάμε να του μιλήσουμε» λέω στο φίλο μου, τον Θανάση και εγκαταλείπω αυτή την ιδέα σύντομα.

«Τί να του πω; Λέξεις θα του δώσω και ανάγκη από αυτές δεν έχει. 

Ας μείνουμε παρατηρητές απόψε…

Η βραδιά ξεκινά και διαβάζονται αποσπάσματα από το βιβλίο…τί ωραία λόγια! Αυτός ο άνθρωπος ξέρει να κοροϊδεύει τις λέξεις ακόμα και σε πεζό λόγο! Κι έτσι οι σκέψεις αποκτούν «χεράκια, μαλάκια, ματάκια, απ’όλα», (όπως λέει κάπου στο βιβλίο). Βάζει το φιτίλι, βάζουμε τη φωτιά κι έτσι ρεφενέ πυροδοτείται η σκέψη, βρίσκουμε δρόμους άλλους…
Συνεχίζει η βραδιά με τραγούδι, δικό του Τραγούδι, δικά του τραγούδια. «Ο πρώτος ενικός περισσεύει.» ακούω την ένσταση να έρχεται. Δε περισσεύει. Άλλο τα τραγούδια του, κι άλλο το Τραγούδι του. Μυημένος από προσωπική προσπάθεια στον πλατωνικό δυισμό κάνω ετούτη τη τολμηρή διάκριση. Ελπίζω να με συγχωρήσει ο τιμώμενος του κειμένου…

Το Τραγούδι του Ιωάννου είναι, πέραν των πασιφανών στοιχείων του, αυτό που υμνεί το παρόν ως τη μόνη δύναμη που έχει κάποιος, που αποδίδει στον άνθρωπο -χωρίς να ξεφεύγει από το νόμο του αιτίου – αιτιατού- τις ιδιότητες που του πρέπουν, γιατί ξέρει ότι του αξίζουν ό,τι απαιτεί η βαθιά του αλήθεια. Είναι εκείνο που βρίσκει το σύνθημα της στιγμής και στο κουνάει σαν πανό  ενός δρόμου που οδηγεί σε εκείνα που δύσκολα κοιτάς, μα, όταν τα δεις, ξέρεις ότι έπρεπε να τα αντικρίσεις και νιώθεις έτσι «σαν έτοιμος από καιρό» Όπως λέει κι ο ίδιος στο βιβλίο του : ¨Ο φόβος είναι απλώς η μείωση της απόστασης από αυτό που φοβάμαι. Όταν συναντιόμαστε, τα πράγματα σπάνια είναι τόσο άσχημα όσο πίστευα, κι εγώ όχι και τόσο αδύναμος.»

Το Τραγόυδι του σου λέει πως δε φτάνει να ονειρεύεσαι και να μιλάς αόριστα για τη ζωή ξεστομίζοντας αισιόδοξους βερμπαλισμούς. Θέλει να βρεις τρόπους να ζωγραφίσεις με ακρίβεια το μπόι  και τη μορφή των ονείρων σου και να βρεις τρόπο τα «σύννεφα της ζωγραφιάς» να βγάλουν για βροχή τα δικά σου δάκρυα. Μα, σου λέει, θα είσαι χαρούμενος, γιατί θα είναι δικά σου και μάρτυρες ότι κάνεις αυτό που θες πραγματικά. «Κάποτε θα φύγουμε από ΄δω» μα πριν αγάπα και όρμα!

Αυτό είναι το Τραγούδι του. Κι έτσι φτάνεις στο πιο ουσιώδες ακόμα. Στα τραγούδια του. 

Είναι, λοιπόν, κι αυτά γέννημα-θρέμμα σάρκας και ψυχής ανθρώπινης με όλα τα πάθη και τις αδυναμίες. Δεν του αποδίδει κανείς θεϊκές δυνάμεις και στο βιβλίο φαίνεται ο άνθρωπος εκείνος που έχει συντονίσει τη συχνότητά του με τα πιο ανθρώπινα και αληθινά. Κι αυτό είναι παρηγοριά, γιατί αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει κι άλλος που δε ζει «βίο ανεξέταστο» με το μεγάλο τίμημα, βέβαια, του να μη ησυχάσεις ποτέ. Δε ζητάω ως νέος είδωλα και θεούς, αλλά ανθρώπους που προσπαθούν να φτάσουν στις «απάτητες κορφές» (φράση του βιβλίου) με τα πόδια τους κι όχι με αγγέλου ή κάποιου θεού φτερά («όσο κι αν θέλεις να πετάς, τα πόδια σου σε πάνε» : από το τραγούδι » Ό,τι αγαπάς»). Όταν όλοι ψάχνουν έτοιμες αλήθειες κι εσύ αγωνίζεσαι να βρεις τη μισή, αλλά δικιά σου, θες να ακούσεις ότι υπάρχει κι άλλος που το κάνει, που αμφισβητεί συνέχεια τον ίδιο του τον εαυτό και καταλήγει (καταχρηστικά χρησιμοποιώ το ρήμα) στο ότι «ευτυχισμένος είναι κάτι που δεν θα μπορέσω ποτέ να γίνω κι ότι «το αντίθετο των ευτυχισμένων δεν είναι οι δυστυχισμένοι». Οδυσσέα νομιμοποίησες τις «τρελές» μου σκέψεις με τούτο το βιβλίο!

Μόλις τελείωσε η βραδιά παρέμεινα στη θέση μου αμίλητος. Η στιγμή που κάτι θες να πεις, αλλά δε λες…καλύτερα η σιωπή, όταν έχεις μέσα τρικυμία…

Ύστερα πήραμε τη Σταδίου και το φτάσαμε μέχρι Ακρόπολη διαβάζοντας με το φίλο μου αποσπάσματα στο δρόμο. Κάπου κοντά στη πλατεία στο «Μοναστηράκι» ακούμε έναν πλανόδιο μουσικό να τραγουδάει το «Κράτα λίγο ακόμα». Τί υπέροχη σύμπτωση!
«Ρε συ! Ξέρεις από που ερχόμαστε;» τον ρωτήσαμε και μόλις του είπαμε κοίταξε προσεκτικά το βιβλίο, όπως κοιτά ο αετός το υποψήφιο θύμα του.
«Ρε ΄σεις, καθίστε. Θα κεράσω από μια μπύρα Λέω άλλα δύο τραγουδάκια και μετά θα μου διαβάσετε κανένα κομματάκι από το βιβλίο.»
Συμφωνήσαμε γελώντας με αυτόν τον διψασμένο καλλιτέχνη και μόλις τελείωσε πήραμε το δρόμο για τα βραχάκια της Ακρόπολης.
Αποσπάσματα και κουβέντα, κουβέντα κι αποσπάσματα κι έτσι μας βρήκε το ξημέρωμα…

Άρχισε να φαίνεται ο Πειραιάς και η θάλασσα με το ξύπνημα του ήλιου.

 Βαθύ μπλε, «σκληρό γαλάζιο» στον ορίζοντα που γίνεται σιγά-σιγά πιο φιλόξενο, καθώς ανοίγει τις αποχρώσεις του,σαν παραθυρόφυλλα ενός σπιτιού με θέα ένα φθινοπωρινό ποτάμι…

«Κοίτα ετούτο το δέντρο πόσα φύλλα αφήνει στη μοίρα της υγρής ορμής…γι΄αυτό σου λέω άσε τα φύλλα, «ΤΟ ΝΕΡΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ»!
Μας ταιριάζει, γιατί ψάχνουμε πάντα εκείνο που δε θα βρούμε. 

Μα θα ενωθούμε κάποια στιγμή με το απέραντο της θάλασσας…γι΄αυτό σου λέω «ΤΟ ΝΕΡΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ»!

 

Γιάννης Τσούμαλης. 


Υ.Γ.: Ετούτη η ανάρτηση ξεφεύγει από τα καθιερωμένα της διαδικτυακής «σοφίτας» μας. Αυτό συμβαίνει, γιατί όφειλα να αφιερώσω κάποιες αράδες από τη καρδιά μου σε έναν «άνθρωπο του όμορφου αύριο και το νέο του βιβλίο ήταν μια εξαιρετική αφορμή!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s