Ο παππούς στου Φιλοπάππου

Μεσημέρι.

 Η Αθήνα είναι άδεια, όπως και κάθε Αύγουστο. Οι δρόμοι παραδομένοι στη πυρά του ήλιου φιλοξενούν κάτι σκόρπια τουριστών βήματα.
Σήμερα είμαι θυμωμένος με κάτι που έχει γίνει και η διάθεση έχει πέσει.Είναι κι αυτή η ρημάδα η σκέψη περί κρίσης και κοινωνικοπολιτικού μέλλοντος που με τυραννά από μια χτεσινή συζήτηση…. Νωχελικά περπατώ στο λιοπύρι, και φτάνω έτσι στην ανηφόρα που οδηγεί στου Φιλοπάππου…
Κάτι εκεί με οδηγεί… Χωρίς να καταλάβω τι είναι τα πόδια μου αρχίζουν να με πηγαίνουν εκεί. Έχει πολλή ζέστη και σταματώ να πιω λίγο νερό από μια βρυσούλα. Κι εκεί ακούω μια φωνή…
«Αγόρι μου μπορείς να μου γεμίσεις το μπουκάλι ;» Γυρνώ και ήταν ένας κύριος με μια μαγκούρα,γύρω στα 70 ,ρακένδυτος, με ένα πολυκαιρισμένο άσπρο, ανοιχτό πουκάμισο, ένα τζιν και κάτι μαύρα σπορτέξ. «Φυσικά» του απαντώ. Αφού του γέμισα το μπουκάλι, μου λέει «Θες να ακούσεις μια ωραία ιστορία;»

Έγνεψα καταφατικά και εκείνος χαμογέλασε :» Πάμε μια βόλτα στο λόφο! Ερχόμουν με το κορίτσι μου εδώ» Σάστισα και φάνηκε…

«_Το κορίτσι σας ;»

» ‘Ετσι έλεγα τη γυναίκα μου. Πέθανε πριν τρία χρόνια. Καρκίνος.» Σκοτείνιασε απότομα. Τί να απαντούσα;

 «Παιδιά; Έχετε;

_Έχω. Μια κόρη. Είναι παντρεμένη στη Σουηδία, αλλά εγώ τώρα πια την Ελλάδα δεν την αφήνω. Τί να κάνω εκεί πέρα ; Δε ξενιτεύτηκα στα νιάτα μου. Τώρα θα ξενιτευτώ ;»
Δεν είχα κάτι να πω..έτσι τον συνόδεψα στη βόλτα…Και είχε πολλά να πει…
«Στο δέντρο αυτό καθόμασταν. Το κόψανε, γιατί αρρώστησε. Μα κοίτα! Έβγαλε φωνή πάλι! Τίποτα δεν είναι άρρωστο, αν έχει να βγάλει ακόμα φύλλα ζωής! Σκέφτομαι ότι ίσως αυτό το κλωναράκι είναι από δικό της θαύμα.»

«Κοιτάω πάντα τα έντομα. Βρε τα λυπάμαι, όπως και όλα τα ζώα. Δεν έχουν την ευκαιρία να παίξουν το ωραίο παιχνίδι των ανθρώπων. Ο άνθρωπος για δυο πράγματα είναι τυχερός :για το θάνατο και για την ικανότητα να μειώσει το φόβο γι ‘αυτόν…»

«Μια πόρτα…χαχα!! Όλο πόρτες αναζητάμε, κι αν τις βρούμε φοβόμαστε να χτυπήσουμε. Εγώ να δεις φόβο! Φοβόμουν το μέλλον. Το άγνωστο. «

«Μα ύστερα σκέφτηκα» είπε,καθώς περνούσαμε από ένα κατάφυτο μονοπατι…

«…ότι το ταμπλό μου είναι αυτή εδώ η πόλη. Πόσοι άλλοι συμπαίχτες υπάρχουν! Κι αυτοί φοβούνται…Εγώ θα φοβάμαι λιγότερο…Έτσι ,θα με βλέπουν και θα ζηλεύουν και θα φοβούνται κι αυτοί λιγότερο…ώσπου είχα ανθρώπους γύρω ,που ξέραμε ότι το μέλλον είναι άγνωστο, αλλά ξέραμε τουλάχιστον με ποιους θα το υποδεχόμασταν…»

 «Πολλοί έφυγαν…Αχ έφυγαν… Άλλοι πέθαναν, με άλλους χωρίσαμε…Περισσότερο με πόνεσαν οι δεύτεροι…»

«Αυτό δεν ήταν εδώ πριν ένα χρόνο…Θυμάσαι τι σου είπα για τα φύλλα της ζωής…;»

 » Εδώ, είχαμε το πρώτο ραντεβού μας. Εδώ ήρθαμε βόλτα και τη τελευταία φορά ,πριν πεθάνει. Ήθελε, λέει, να δει για τελευταία φορά το παρελθόν απαλλαγμένη από το άγχος του θανάτου. Πλέον καταλάβαινε ότι θα πεθάνει…»

«Και τότε κατάλαβα γιατί φορούσε μαντίλι στο χέρι εκείνη τη μέρα! Ήθελε να το αφήσει εδώ, για να το βρουν οι επόμενοι…Ένα μαντίλι σαν τη ζωή …Δε ξέρεις πότε θα σε πάρει ο αέρας, μα χορεύεις ,όσο δε σε παίρνει…»

«Κάτσε να πιούμε λίγο νερό…στεγνώνει και η μνήμη τώρα…»

«Όσο κοιτάς ετούτη την ομορφιά, μη φοβάσαι! Σημαίνει ότι ζητάς ακόμα κάτι που δε το έχεις βρει…»

«Πόσοι έχουν κάτσει εδώ…Πολλά ζευγαράκια κυρίως…Τα ζευγάρια κοιτούν πάντα τις θέες και ξεχνούν ότι κρατιούνται χέρι – χέρι… «

 «Σκιές και πευκοβέλονα, ερημιά κι ένα τοπίο αχνό πίσω από το δέντρο…Είναι ώρα της αλήθειας το μεσημέρι…Κάνε ησυχία να ακούσουμε το ποδηλάτη και τις βελόνες του πεύκου να παίζουν στο πικάπ της φύσης ένα παλιό ροκ δίσκο…»

  Κατεβήκαμε μαζί από το λόφο και λίγο πριν απομακρυνθούμε από τον δρόμο του λόφου, κοντοστάθηκε…»Μικρέ να σε χαιρετήσω εγώ εδώ. » τον ευχαρίστησα για όσα μου είπε και ετοιμαζόμουν να του πω μια παρηγορητική κουβέντα, μια συμβουλή…Με κατάλαβε και με πρόλαβε λέγοντας :

«Μη πεις τίποτα. Απλά έκανα τη βόλτα, γιατί μου γέμισες το μπουκάλι. Αυτή ήταν η δοκιμασία σου.  Σου ανταπέδωσα με ψευτοϊστορίες. Πες ότι ήταν ένα θαύμα η βόλτα. Ααα και να θυμάσαι:

Ό, τι ένιωσες με αυτά που σου έλεγα, δε το ένιωθες επειδή μόνο με άκουγες. Σου μίλησε η ζωή! Αυτή να ακούς κι ασε τις ιστορίες για εκείνους που θέλουν να ελπίζουν!»
Έφυγα δακρυσμένος. Είχαν αλλάξει πολλά…
Γιάννης Τσούμαλης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑